Δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος από τους αναγνώστες του παρόντος που να μην έχει βιώσει έναν εκνευρισμό σε μία δημόσια υπηρεσία κατά την διάρκεια συναλλαγής του ή διεκπεραίωσης υπόθεσής του.
Σίγουρα είναι φορές που ο πολίτης πάει με κάποια ελλιπή δικαιολογητικά και αναγκάζεται να φύγει προς συμπλήρωση αυτών και να επανέλθει μετά με ολοκληρωμένο φάκελο που θα κατατεθεί στην δημόσια υπηρεσία (Εφορία, υπηρεσίες υπουργείων κλπ).
Τι γίνεται όμως όταν ο πολίτης έχει βρίσκεται στην δημόσια υπηρεσία «καλά διαβασμένος» αλλά διαπιστώνει ότι η δουλειά του δεν μπορεί να γίνει; Τι γίνεται όταν προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον υπάλληλο και ο τελευταίος δεν αφήνει ούτε ένα περιθώριο της προλεχθείσας επιζητούμενης επικοινωνίας; Υπάρχει τελικά προστασία για τον ταλαίπωρο πολίτη, όπως έχουμε συνηθίσει να τον αποκαλούμε τα τελευταία 40 χρόνια;
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή για να γίνουν όλα πιο κατανοητά με στόχο την καλύτερη αντιμετώπιση οποιουδήποτε ανακύψαντος θέματος που έχει σχέση με τα παραπάνω.
Κατ’αρχάς πρέπει να καταλάβουμε αν υπάρχει ιεραρχική εξάρτηση μεταξύ υπαλλήλου – πολίτη από την οποία να απορρέει δυνατότητα ελέγχου τους ενός στον άλλον. Πολλοί θα πουν ότι ο υπάλληλος – και πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε ότι όταν λέμε υπάλληλος εννοούμε από τον διευθυντή μέχρι τον θυρωρό – δουλεύει για το κράτος το οποίο και εξυπηρετεί, οπότε ουδεμία σχέση έχει με τον πολίτη που έρχεται να εξυπηρετηθεί από το κράτος. Ως εκ τούτου, πρέπει να έχει και το ανάλογο «παρακλητικό» ύφος απέναντι στον υπάλληλο που ενσαρκώνει την βούληση του Κράτους.